


Webinar
Στο σύγχρονο τεχνοκρατούμενο πολιτισμό, οι ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας έχουν επιφέρει σημαντικά άλματα σε όλους τους τομείς. Η εκπαίδευση και η καθημερινότητα δε θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστες! Πλέον η τεχνολογία δίνει φτερά στα παιδιά να ανακαλύψουν κόσμους που ίσως να μην έβλεπαν ούτε στη φαντασία τους…
Εξάλλου δε μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια στην πρόοδο και σε ό,τι εκείνη επιφέρει. Όλοι έχουμε αντιληφθεί ότι οι νέες γενιές πλέον είναι οι λεγόμενες «ψηφιακές» γενιές. Δεν είναι τυχαίο αυτό. Εφόσον από βρέφη τα παιδιά κατακλύζονται από τεχνολογικές συσκευές, το ενδιαφέρον τους θα εστιάσει στα ερεθίσματα που δέχονται από το περιβάλλον τους. Και ίσως ένας από τους λόγους που η ψηφιακή εκπαίδευση έχει κερδίσει τόσο μεγάλο έδαφος είναι το γεγονός ότι κατάφερε να κάνει πραγματικότητα την παιγνιώδη μάθηση.
Μέσω των Νέων Τεχνολογιών και των ποικίλων εκπαιδευτικών εφαρμογών που κυκλοφορούν στο εμπόριο τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν κυριολεκτικά «παίζοντας». Σύμφωνα με τη μελέτη Majuri, Koivisto & Hamari (2018) η παιχνιδοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι ένα από τα πιο αναπτυγμένα πεδία της προόδου της τεχνολογίας, αποτελώντας το επίκεντρο της επιστημονικής κοινότητας. Αυτό συμβαίνει, διότι στην παιχνιδοποίηση, στο επίκεντρο τίθεται το ίδιο το παιδί, το οποίο εμπλέκεται ενεργά στη μάθησή του, με αποτέλεσμα αυτού του είδους η μάθηση να κερδίζει αισθητά περισσότερο το ενδιαφέρον των παιδιών συγκριτικά με την παραδοσιακή διδασκαλία, ενισχύοντας παράλληλα τα κίνητρά τους για μάθηση.
Παράλληλα, μέσω της ενασχόλησης με την τεχνολογία τα παιδιά αντλούν ευχαρίστηση, προάγεται η συνεργασία τους σε ομαδικές δραστηριότητες, δέχονται πληθώρα ερεθισμάτων και ενισχύεται πιο εύκολα η ανάκληση των προηγούμενων μαθησιακών εμπειριών τους, εφόσον στη μάθησή τους συνδυάζεται ο ήχος, η εικόνα και το βίντεο (Σερίφη & Σερπάνου, 2020). Εκτός των άλλων, τα παιδιά καλλιεργούν τις ψηφιακές τους δεξιότητες που είναι πολύ βασικές για την ομαλή διαβίωση στη σύγχρονη ζωή και αναπτύσσουν δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και κριτικής σκέψης. Ιδιαίτερα για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, ο υπολογιστής αποτελεί και ένα μέσο εξάσκησης των λεπτών κινητικών τους δεξιοτήτων, της οπτικής αντίληψης και του οπτικο-κινητικού συντονισμού, βελτιώνοντας την επιδεξιότητα του καρπού και των δακτύλων, ικανότητες σημαντικές και σε μη ψηφιακά περιβάλλοντα (Τσαλαγιώργου κ.ά., 2016).
Με λίγα λόγια από το συνδυασμό της εκπαίδευσης με την τεχνολογία έχουν αναδυθεί νέα μαθησιακά στυλ, ενώ οι μαθητές πλέον θεωρούνται «ψηφιακά αυτόχθονες», καθώς είναι πολύ καλά εξοικειωμένοι με την ψηφιακή γλώσσα (Φωκίδης, 2017). Έτσι, προκύπτει η ανάγκη όλοι οι υπόλοιποι (γονείς και εκπαιδευτικοί) να εκσυγχρονιστούμε, ώστε να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε στις νέες ανάγκες των παιδιών.
Το ερώτημα λοιπόν είναι:
– είμαστε διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε και να ενισχύσουμε τα παιδιά στην προσπάθεια να μάθουν
ή
– με ποιον τρόπο μπορούμε να το κάνουμε αυτό;
Αυτό που χρειάζεται να έχουμε πάντα υπόψη είναι ότι δε χρειάζεται να γίνουμε οι ίδιοι ειδικοί στους υπολογιστές για να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, χρειάζεται να έχουμε απλά κάποιες βασικές ψηφιακές δεξιότητες που ούτως ή άλλως μας είναι απαραίτητες στην τεχνολογική εποχή που ζούμε. Στην περίπτωση που είμαστε εκπαιδευτικοί βέβαια χρειάζεται να εντρυφήσουμε περισσότερο στον κόσμο της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και να γίνουμε καλοί γνώστες των σύγχρονων και καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινισθεί επίσης ότι μια νέα τεχνολογία από μόνη της δε μπορεί να εγγυηθεί βελτίωση της μαθησιακής εμπειρίας ή αποτελεσματικότερη μάθηση. Το αποτέλεσμα επηρεάζεται πάντα από την πρακτική αξιοποίηση της τεχνολογίας. Σε όλα χρειάζεται μέτρο και είναι απαραίτητο να γίνεται σωστή χρήση και όχι κατάχρηση.
Μέσω αναρίθμητων ερευνών που έχουν γίνει για τις Νέες Τεχνολογίες και τον τρόπο που βοηθούν το παιδί να μαθαίνει διεξάγεται το συμπέρασμα ότι μπορούν να ενισχύσουν την παιδαγωγική διαδικασία και την ικανότητα των παιδιών να μαθαίνουν (Engeness, 2020), διότι αν πραγματοποιηθεί σωστή καθοδήγηση στους μαθητές για τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους με την εκάστοτε τεχνολογία/πλατφόρμα/εφαρμογή, στη συνέχεια ο μαθητής έχει το ελεύθερο να ανακαλύψει τι μπορεί να επιτύχει μέσω αυτής:
Συνοψίζοντας, με την αξιοποίηση της τεχνολογίας πρωταγωνιστής της μάθησης γίνεται ο μαθητής και όχι ο εκπαιδευτικός. Έτσι, το παιδί μπορεί να φτάσει από μόνο του στη γνώση και να την οικοδομήσει στο δικό του ρυθμό και με τρόπο που είναι πιο λειτουργικός για το ίδιο και όχι προσπαθώντας να ενταχθεί σε ένα «καλούπι» που επιβάλλεται σε μια ολόκληρη τάξη. Τα παιδιά μπορούν να έχουν ενεργό ρόλο κατά τη μαθησιακή διαδικασία, λαμβάνοντας εξατομικευμένη μάθηση προσαρμοσμένη στις δικές τους ανάγκες και στα ενδιαφέροντά τους (Fielding-Wells & Makar, 2012).
Τι θα μάθεις σ’ αυτή τη συζήτησή μας με την Αντιγόνη Καρακώστα, Παιδαγωγό προσχολικής εκπαίδευσης:
Ώστε να: